ΡΙΓΑΝΗ


Η ελληνική ρίγανη είναι ένα αυτοφυές αρωματικό φυτό που ευδοκιμεί κυρίως σε ορεινές και βραχώδεις περιοχές. Η ονομασία της προέρχεται από την αρχαία λέξη «ὀρίγανον», μια σύνθεση της λέξης «όρος» (βουνό) και του ρήματος «γανοῦσθαι» (αγαπώ, θέλγω), υποδηλώνοντας τη φυσική προτίμηση της ρίγανης για τα μεγαλύτερα ύψη των Μεσογειακών βουνών.

Στην αρχαία Ελλάδα η ρίγανη ήταν σύμβολο χαράς και ευτυχίας και έφτιαχναν στεφάνια για τις γαμήλιες τελετές με τα κλαδιά της.

Η ποιότητα της ρίγανης προσδιορίζεται κυρίως από το ποσοστό του αιθέριου ελαίου που περιέχει (ριγανέλαιο). Έχει αποδειχτεί ότι η ρίγανη που ευδοκιμεί στα μεγαλύτερα υψόμετρα της Μεσογείου παρουσιάζει τα υψηλότερα ποσοστά αιθέριου ελαίου και για το λόγο αυτό η ελληνική βουνίσια ρίγανη θεωρείται από τις καλύτερες στον κόσμο.



ΛΟΥΪΖΑ


Η λουίζα είναι ένα ιδιαίτερα αρωματικό βότανο με καταπραϋντική δράση και έντονο άρωμα λεμονιού. Η ελληνική λουίζα είναι ευρέως γνωστή για την ανώτερη ποιότητα, το δυνατό άρωμα και την καθαρή γεύση της χάρις στις εξαιρετικές κλιματικές και εδαφικές συνθήκες της Ελλάδας.

Θεωρείται ευρέως ως άριστο χωνευτικό και καταπραϋντικό για το στομάχι και το πεπτικό σύστημα. Λόγω της ιδιαίτερα ενισχυμένης διουρητικής δράσης του, θεωρείται επίσης από πολλούς ότι βοηθάει στη λιποδιάλυση και την καταπολέμηση της κυτταρίτιδας.



ΜΕΝΤΑ


Σύμφωνα μ’ έναν αρχαίο μύθο, η μέντα πήρε το όνομά της από τη Νύμφη Μίνθη η οποία μεταμορφώθηκε σε φυτό από την Περσεφόνη, κόρη της θεάς Δήμητρας, για την απιστία που διέπραξε με το σύζυγό της Πλούτωνα, θεό του κάτω κόσμου.

Οι αρχαίοι Έλληνες έτριβαν φύλλα μέντας στο τραπέζι ενώ ο Γαληνός και ο Ιπποκράτης τη χρησιμοποιούσαν κατά της δυσπεψίας, των ιλίγγων και των νευρικών διαταραχών.

Η μέντα είναι ένα από τα πιο αρωματικά βότανα στον κόσμο και χρησιμοποιείται ευρέως τόσο ως καρύκευμα στη μαγειρική όσο επίσης ως αφέψημα ή αιθέριο έλαιο.

Θεωρείται ότι έχει ισχυρή καταπραϋντική δράση για το στομάχι και το πεπτικό σύστημα ενώ είναι γνωστή επίσης ως τονωτικό για το κοινό κρυολόγημα και για τις αντισηπτικές και αντιμυκητιακές ιδιότητές της.



ΤΣΑΪ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ


Στην Ελλάδα το τσάι του βουνού είναι γνωστό από την αρχαιότητα και αναφέρεται από τον Θεόφραστο (372-287π.Χ.) και τον Διοσκουρίδη (10μ.Χ. αιώνα).

Το επιστημονικό όνομα Sideritis προέρχεται από την ελληνική λέξη «σίδηρος», λόγω της ικανότητας που είχε να θεραπεύει πληγές που προκαλούνταν από σιδερένια όπλα της εποχής. Μια δεύτερη εκδοχή αποδίδει το όνομά του στην υψηλή περιεκτικότητα σιδήρου που έχει το φυτό ενώ μια τρίτη άποψη υποστηρίζει ότι η ονομασία Sideritis οφείλεται στα άνθη του τσαγιού, που το σχήμα τους θυμίζει τα δόντια του κάλυκα στην αιχμή λόγχης.

Στην Κρήτη είναι γνωστό και ως «μαλοτήρα», ονομασία που προέρχεται κατά την επικρατέστερη εκδοχή, από τις Ιταλικές λέξεις “male”(αρρώστια) και “tirare” (σύρω), επειδή στην ενετοκρατούμενη Κρήτη το θεωρούσαν πανάκεια για τα κρυολογήματα και τις παθήσεις του αναπνευστικού.

Το ελληνικό τσάι του βουνού (σιδερίτης) είναι ιδιαίτερα δημοφιλές από την αρχαιότητα για την αντιοξειδωτική και αντιφλεγμονώδη δράση του. Καταπραϋντικό και αρωματικό αποτελεί τέλεια επιλογή για στιγμές χαλάρωσης και ιδανικό σύμμαχο έναντι του κοινού κρυολογήματος.